- ἠρίον
- ἠρίονmoundneut nom/voc/acc sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ηρίον — ἠρίον, το (Α) τάφος, τύμβος, μνημείο («ἔνθ ἄρ Άχιλλευς φράσσοιτο Πατρόκλῳ μέγα ἠρίον», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < *ηρός + ιον (πρβλ. κηρίον < κηρός). Η συσχέτιση της λ. από τους αρχαίους με τη λ. έρα «γη» δεν είναι δυνατή, διότι στη φράση της… … Dictionary of Greek
ἤριον — ἐρέω love imperf ind act 1st sg (epic doric) ἐρέω love imperf ind act 3rd pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠρίω — ἠρίον mound neut nom/voc/acc dual ἠρίον mound neut gen sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠρία — ἠρίον mound neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠρίοις — ἠρίον mound neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠρίου — ἠρίον mound neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠρίων — ἠρίον mound neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠρίῳ — ἠρίον mound neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ψευδήριον — τὸ, Α (ποιητ. τ.) κενοτάφιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψεῦδος / ψευδής + ἠρίον «τάφος, μνημείο» (πρβλ. κεν ήριον)] … Dictionary of Greek
Баптистерий — от латинской формы baptisterium греческого слова βαπτιστ ήριον . Слово это имело разные значения: а) у древних греков оно обозначало теплое отделение бани, б) у римлян бассейн для плавания в термах (общественных банях), в) у древних христиан… … Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона